Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Ωραία ιδέα!




Λοιπόν, έχω
   μια ιδέα:
Βάζω τα σπίρτα,
       βάζεις τα τσιγάρα;


                                  Πίπης 
Μίμης Φωτόπουλος


[ Από τα ΗΜΙΤΟΝΙΑ ]

ΒΡΑΔΥΑΖΕΙ...
Μα το σκοτάδι πνίγεται
μέσ' στις πολύχρωμες
τις φωτεινές ρεκλάμες
της Λώρεν
μιας οδοντόπαστας
και των κοιλεπιδέσμων.
Σκαρφαλώνω σ' ένα λόφο
και ψάχνω μ' αγωνία
στο τεράστιο εκράν τ' ουρανού
για να βρω την "Μεγάλη Άρκτο".
Στις οκτώ είχαν δώσει
ραντεβού οι ματιές μας εκεί
Κι' είναι οκτώ παρά δύο.


*

ΤΟΥΤΗ τη στιγμή
δεν υπάρχει τίποτ' άλλο.
Μόνο εσύ κι' εγώ.
Εγώ και τα μάτια σου
Τα μεγάλα τ' ατέλειωτα μάτια σου.
Εγώ κι' η κομμένη ανάσα σου.
Τίποτ' άλλο.
Και πεθαίνει ο χειμώνας
και πεθαίνουν οι πίκρες
οι αγάπες, τα μίση...
Δεν υπάρχει τίποτα
Μόνον εγώ,
εγώ και τα μάτια σου
τα μεγάλα,
τα γλυκά σαν το μέλι.

*

ΜΙΑ ΦΟΒΕΡΗ γαλήνη
έχει απλωθεί στην κάμαρά μου
απόψε...
και με τυλίγει παράξενα
Με πνίγει
το τραγούδι ενός σκύλου
καθώς σκίζει τη νύχτα
και το γάβγισμα
ενός μεθυσμένου εγγλέζου
που περνάει κάτω,
απ' το παράθυρό μου.
Στο 17 δωμάτιο του "Νικόζια"
είν' όλ' απόψε χωρίς ζωή.
Το παλτό πούναι κρεμασμένο
σ' ένα παράξενο καλόγερο
ένα πράσινο τραπεζομάντηλο
η οδοντόβουρτσα που κοιμάται
μέσα σ' ένα ποτίρι,
ο καθρέφτης κι' η καράφα
με το νερό.
Όλα τάχει σκεπάσ' η πλήξη
Μονάχα το τσιγάρο
ζει τη ζωή του
ανάμεσα στα δάχτυλά μου
που σπαράζουν.
Σε λίγο κι' αυτό θα πεθάνει.
Και καθώς θα καρφώσω
τα μάτια μου στην πόρτα
θα φανερωθεί η μορφή σου
για να ζωντανέψει λίγο
τούτη την κάμαρα
που απόψε έχει πνιγεί μέσα στους βάλτους
μιας ανείπωτης ανίας.

*

ΚΑΘΕ ΤΟΣΟ η σκέψη μου
σε άβυσσο πνίγεται
        καθώς ψάχνει να βρει
Μια λέξη
απλή
σα χαμόγελο παιδιού
μεγάλη σαν επανάσταση.
Μια λέξη
που να ζωγραφίζει
το πώς και το πόσο
η καρδιά μου
χτυπάει για σένα.


Ανδρέας Καμπάς


ΑΠΟΡΙΑ


Όταν άφησες τα καστανά μαλλιά σου
να λυθούνε ώς κάτω στους γοφούς,
όταν έγδυσες το κορμί σου
από τα περιττά
και κείνο πέταξε ουράνιο τόξο
γύρω στις ρώγες του στήθους σου
και γέμισ' άσπρα τριαντάφυλλα
όλο το κορμί σου
και το λεπτό το διάφανο το πρόσωπό σου
κ' ήρθες και στάθηκες μπροστά μου
μ' εκείνο το αφάνταστο το φως μέσα στα μάτια σου
και μ' ένα θρίαμβο για την ασύλληπτη ομορφιά σου,
λυπήθηκα μόνο,
πως δεν είχαμε καθρέφτη
μέσα στο πληχτικό δωμάτιο
για να καρφωθεί βαθιά μέσ' τον υδράργυρο
η εικόνα σου,
έστω και παροδικά,
κάπου ν' αποτυπωθεί
αυτή η ύπαρξή σου
αυτή ή προσφορά...
για νάχει μαρτυριάτικα η μνήμη μου
και πάντα να χαίρεται
πως γνώρισε
τα πιο δροσερά
τα πιο αγνά
τα πιο πλούσια
νερά του κόσμου.

Τώρα τα θυμάμαι αυτά τ' απογεύματα
τα μοναδικά.
Τα θυμάμαι κι αναρωτιέμαι
Αν, αυτά μαζί με τις νύχτες
και τα ξημερώματα,
τους κήπους και τα όνειρα,
τα μπάνια στη θάλασσα,
τις φιλοδοξίες και τις αποτυχίες,
αν θα τα πάρουμε μαζί μας

Ή αν σαν το χρώμα
θα τ' αφίσουμε πίσω μας
σ' άλλα χέρια
γι' άλλη κατάνυξη
γι' άλλο σκοπό
τέλεια ξένο με την αρχική τους σημασία.





Ο Ανδρέας Καμπάς με τη Μάτση
Χατζηλαζάρου, Αθήνα 1943.

(Η φωτογραφία, παρμένη από το λεύκωμα 
"Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina" του Χρ. Δανιήλ, εκδ. Τόπος)

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013


Wols


ΕΝΑ ΠΡΩΪ μου ήρθε άξαφνα
η ωραία ιδέα να δουλεύω
39 ώρες και 55 λεπτά τη μέρα
·
όμως, αλίμονο, το πήρα είδηση ευτυχώς
πως ήταν ακατόρθωτο.

Γιατί η σωστή δουλειά
γίνεται σε οριζόντια στάση
άμα κατέχεις το κλειδί.

Το να τρέχεις είναι χαμένος καιρός
αν και διασκεδαστικό.



                                                            Μτφρ.: Ε. Χ. Γονατάς





Γειαααά!


Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

Χριστόφορος Σάββα



[ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟΝ ΤΖΟΙΜΗΣΙΝ]

Αγαπητέ Παντελή,

μόλις επέστρεψα από το πιο ενδιαφέρον ταξίδι στη ζωή μου έπειτα από 1800 km γύρο από τη Γαλλία, από το Παρίσι στη Μασαλία, γύρω Αντίπες, Nice και Γενεύη, για να σου περιγράψω τις περιπέτειές μου θα χρειαστούν ολόκληρες σελίδες, εν συντομία είχα μαζί μου μία πατανίαν και κοιμούμουν όπου είχεν νυχτωθώ.

Μία νύχτα τζοιμήθηκα πάνω στο σανό μέσ' σ' ένα σπίτι 'νού γάλλου γεωργού τζιαι
ήρτε κατά τις τις 11 να ταΐσει τζιαι χαζίριν ήτουν να με προτσιάσει με το δικράνι, μιαν άλλην ημέραν τζοιμήθηκα μέσ' σ' ένα σπίτι που το ήβρα όφκαιρον αλλά 'πό 'ξω είσιεν ρομανίσιν τζιαι κάποιος ήρτε σαν ετζοιμούμουν τζιαι ρομάνισεν, γυρισόντα μέραν έσπασα το παναθύρι τζιαι ξέβηκα. Μια άλλην νύχτα έπεσα τζιαι το πρωί εξύπνησα μέσ' στα πιπόνια τζιαι τις παττίσιες, αλλά το πιο καλύτερον ήτο που βρήκα μέσ' στο δρόμο ένα αυτοκίνητο που κάτι έπαθε τζιαι 'φήκαν το μέσ' στον δρόμον τζιαι τζοιμήθηκα μέσα, το πρωί που ξύπνησα ήτο ξεκινησμένο με τον σιεφέρην μέσα!

Το καλύτερον όμως τζοιμήσιν το είχα στην Μασαλίαν, έπεσα μέσ' στο σταθμό τζιαι κατά τις 12 ένα αστυνομικός με ξύπνησε τζιαι 'ζήτα μου τις ταυτότητές μου, τζιαι κοίταξε σύμπτωσιν να ήταν καλαμαράς τζιαι πήρε με στο Police Station που έκοψα ένα καλόν ύπνον.



[ από επιστολή του ζωγράφου Χρ. Σάββα στον φίλο του, ποιητή Π. Μηχανικό ]