Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Ωραία ιδέα!




Λοιπόν, έχω
   μια ιδέα:
Βάζω τα σπίρτα,
       βάζεις τα τσιγάρα;


                                  Πίπης 
Μίμης Φωτόπουλος


[ Από τα ΗΜΙΤΟΝΙΑ ]

ΒΡΑΔΥΑΖΕΙ...
Μα το σκοτάδι πνίγεται
μέσ' στις πολύχρωμες
τις φωτεινές ρεκλάμες
της Λώρεν
μιας οδοντόπαστας
και των κοιλεπιδέσμων.
Σκαρφαλώνω σ' ένα λόφο
και ψάχνω μ' αγωνία
στο τεράστιο εκράν τ' ουρανού
για να βρω την "Μεγάλη Άρκτο".
Στις οκτώ είχαν δώσει
ραντεβού οι ματιές μας εκεί
Κι' είναι οκτώ παρά δύο.


*

ΤΟΥΤΗ τη στιγμή
δεν υπάρχει τίποτ' άλλο.
Μόνο εσύ κι' εγώ.
Εγώ και τα μάτια σου
Τα μεγάλα τ' ατέλειωτα μάτια σου.
Εγώ κι' η κομμένη ανάσα σου.
Τίποτ' άλλο.
Και πεθαίνει ο χειμώνας
και πεθαίνουν οι πίκρες
οι αγάπες, τα μίση...
Δεν υπάρχει τίποτα
Μόνον εγώ,
εγώ και τα μάτια σου
τα μεγάλα,
τα γλυκά σαν το μέλι.

*

ΜΙΑ ΦΟΒΕΡΗ γαλήνη
έχει απλωθεί στην κάμαρά μου
απόψε...
και με τυλίγει παράξενα
Με πνίγει
το τραγούδι ενός σκύλου
καθώς σκίζει τη νύχτα
και το γάβγισμα
ενός μεθυσμένου εγγλέζου
που περνάει κάτω,
απ' το παράθυρό μου.
Στο 17 δωμάτιο του "Νικόζια"
είν' όλ' απόψε χωρίς ζωή.
Το παλτό πούναι κρεμασμένο
σ' ένα παράξενο καλόγερο
ένα πράσινο τραπεζομάντηλο
η οδοντόβουρτσα που κοιμάται
μέσα σ' ένα ποτίρι,
ο καθρέφτης κι' η καράφα
με το νερό.
Όλα τάχει σκεπάσ' η πλήξη
Μονάχα το τσιγάρο
ζει τη ζωή του
ανάμεσα στα δάχτυλά μου
που σπαράζουν.
Σε λίγο κι' αυτό θα πεθάνει.
Και καθώς θα καρφώσω
τα μάτια μου στην πόρτα
θα φανερωθεί η μορφή σου
για να ζωντανέψει λίγο
τούτη την κάμαρα
που απόψε έχει πνιγεί μέσα στους βάλτους
μιας ανείπωτης ανίας.

*

ΚΑΘΕ ΤΟΣΟ η σκέψη μου
σε άβυσσο πνίγεται
        καθώς ψάχνει να βρει
Μια λέξη
απλή
σα χαμόγελο παιδιού
μεγάλη σαν επανάσταση.
Μια λέξη
που να ζωγραφίζει
το πώς και το πόσο
η καρδιά μου
χτυπάει για σένα.


Ανδρέας Καμπάς


ΑΠΟΡΙΑ


Όταν άφησες τα καστανά μαλλιά σου
να λυθούνε ώς κάτω στους γοφούς,
όταν έγδυσες το κορμί σου
από τα περιττά
και κείνο πέταξε ουράνιο τόξο
γύρω στις ρώγες του στήθους σου
και γέμισ' άσπρα τριαντάφυλλα
όλο το κορμί σου
και το λεπτό το διάφανο το πρόσωπό σου
κ' ήρθες και στάθηκες μπροστά μου
μ' εκείνο το αφάνταστο το φως μέσα στα μάτια σου
και μ' ένα θρίαμβο για την ασύλληπτη ομορφιά σου,
λυπήθηκα μόνο,
πως δεν είχαμε καθρέφτη
μέσα στο πληχτικό δωμάτιο
για να καρφωθεί βαθιά μέσ' τον υδράργυρο
η εικόνα σου,
έστω και παροδικά,
κάπου ν' αποτυπωθεί
αυτή η ύπαρξή σου
αυτή ή προσφορά...
για νάχει μαρτυριάτικα η μνήμη μου
και πάντα να χαίρεται
πως γνώρισε
τα πιο δροσερά
τα πιο αγνά
τα πιο πλούσια
νερά του κόσμου.

Τώρα τα θυμάμαι αυτά τ' απογεύματα
τα μοναδικά.
Τα θυμάμαι κι αναρωτιέμαι
Αν, αυτά μαζί με τις νύχτες
και τα ξημερώματα,
τους κήπους και τα όνειρα,
τα μπάνια στη θάλασσα,
τις φιλοδοξίες και τις αποτυχίες,
αν θα τα πάρουμε μαζί μας

Ή αν σαν το χρώμα
θα τ' αφίσουμε πίσω μας
σ' άλλα χέρια
γι' άλλη κατάνυξη
γι' άλλο σκοπό
τέλεια ξένο με την αρχική τους σημασία.





Ο Ανδρέας Καμπάς με τη Μάτση
Χατζηλαζάρου, Αθήνα 1943.

(Η φωτογραφία, παρμένη από το λεύκωμα 
"Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina" του Χρ. Δανιήλ, εκδ. Τόπος)

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013


Wols


ΕΝΑ ΠΡΩΪ μου ήρθε άξαφνα
η ωραία ιδέα να δουλεύω
39 ώρες και 55 λεπτά τη μέρα
·
όμως, αλίμονο, το πήρα είδηση ευτυχώς
πως ήταν ακατόρθωτο.

Γιατί η σωστή δουλειά
γίνεται σε οριζόντια στάση
άμα κατέχεις το κλειδί.

Το να τρέχεις είναι χαμένος καιρός
αν και διασκεδαστικό.



                                                            Μτφρ.: Ε. Χ. Γονατάς





Γειαααά!


Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

Χριστόφορος Σάββα



[ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟΝ ΤΖΟΙΜΗΣΙΝ]

Αγαπητέ Παντελή,

μόλις επέστρεψα από το πιο ενδιαφέρον ταξίδι στη ζωή μου έπειτα από 1800 km γύρο από τη Γαλλία, από το Παρίσι στη Μασαλία, γύρω Αντίπες, Nice και Γενεύη, για να σου περιγράψω τις περιπέτειές μου θα χρειαστούν ολόκληρες σελίδες, εν συντομία είχα μαζί μου μία πατανίαν και κοιμούμουν όπου είχεν νυχτωθώ.

Μία νύχτα τζοιμήθηκα πάνω στο σανό μέσ' σ' ένα σπίτι 'νού γάλλου γεωργού τζιαι
ήρτε κατά τις τις 11 να ταΐσει τζιαι χαζίριν ήτουν να με προτσιάσει με το δικράνι, μιαν άλλην ημέραν τζοιμήθηκα μέσ' σ' ένα σπίτι που το ήβρα όφκαιρον αλλά 'πό 'ξω είσιεν ρομανίσιν τζιαι κάποιος ήρτε σαν ετζοιμούμουν τζιαι ρομάνισεν, γυρισόντα μέραν έσπασα το παναθύρι τζιαι ξέβηκα. Μια άλλην νύχτα έπεσα τζιαι το πρωί εξύπνησα μέσ' στα πιπόνια τζιαι τις παττίσιες, αλλά το πιο καλύτερον ήτο που βρήκα μέσ' στο δρόμο ένα αυτοκίνητο που κάτι έπαθε τζιαι 'φήκαν το μέσ' στον δρόμον τζιαι τζοιμήθηκα μέσα, το πρωί που ξύπνησα ήτο ξεκινησμένο με τον σιεφέρην μέσα!

Το καλύτερον όμως τζοιμήσιν το είχα στην Μασαλίαν, έπεσα μέσ' στο σταθμό τζιαι κατά τις 12 ένα αστυνομικός με ξύπνησε τζιαι 'ζήτα μου τις ταυτότητές μου, τζιαι κοίταξε σύμπτωσιν να ήταν καλαμαράς τζιαι πήρε με στο Police Station που έκοψα ένα καλόν ύπνον.



[ από επιστολή του ζωγράφου Χρ. Σάββα στον φίλο του, ποιητή Π. Μηχανικό ]





Βάσκο Πόπα


ΤΡΕΛΗ ΕΞΟΔΟΣ

Με φοβερίζουν πως μια βίδα
Μου λείπει απ' το κεφάλι

Και με φοβίζουν πάλι
Πως θα με θάψουν
Σε κάσα με τρεις βίδες

Με φοβερίζουν αλλά δεν σκαμπάζουν
Πως δίχως την τέταρτη τη βίδα
Θα είμαι εγώ αυτός που θα φοβίζει

Καυχιέται ο εύθυμος τρελός
της γειτονιάς μου.



                                                                       Μτφρ.: Λιλιάνα Ιωσήφ - Γκρούμπισιτς





Χρίστος Λάσκαρης


ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ

Τους αγαπάω τους τρελούς,
μιλούν με το φεγγάρι
·

ε
νώ εμείς κοιμόμαστε,
αυτοί κόβουν τις φλέβες τους

ή το αφτί τους τρυφερά
και το προσφέρουνε.








Oktay Rifat 


ΨΩΜΙ ΚΑΙ ΑΣΤΕΡΙΑ

Στο γόνατό μου ψωμί
Τ' αστέρια μακριά, πολύ μακριά
Τρώγω ψωμί και κοιτάζω τ' αστέρια.

Μη ρωτάτε πόσο αφαιρέθηκα.
Καμμιά φορά τα χάνω
Και τρώγω αστέρια.




                                                           Μτφρ.: Έρμος Αργαίος

Θεόδωρος Μπασιάκος


ΚΑΙ ΠΑΛΙ, ΧΑΙΡΕΤΕ!

Ο ποιητής είναι κλέφτης μαχαιροβγάλτης παλιάνθρωπος.
(Ή μας πέρασες μήπως για φιόγκους υπουργούς;)
Είναι όμως και ψυχούλα ο μάγκας. Αγαπάει τις ψιψίνες και τα άνθη. Αγαπάει τα βρέφη. Και για τους φίλους του σκίζεται. Γύρεψέ του ό,τι θες και το έχεις.
Τσιγάρο δεν ανάβει χωρίς να προσφέρει στην ομήγυρη πρώτα. Και το τελευταίο του τσιγάρο το μοιράζεται ευχαρίστως.
Λιγάκι παλαιών αρχών, σύμφωνοι, μα έτσι είναι συνήθως οι κακο-ποιοί.
Με γυναίκα να βγει και να πληρώσει η γυναίκα αποκλείεται. Ξέχασέ το. Εξόν κι' είναι άφραγκος εντελώς, διότι συμβαίνει κι' αυτό...

"Αχ, βαχ!"


Μικτή τεχνική:
φύλλο κουτσουπιάς, άσφαλτος
και  καψουρομπογιά.

Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Οσίπ Μάντελσταμ 


Η ΦΤΩΧΕΙΑ

Τη φτώχεια από καιρό αγάπησα,
Φτωχέ μου καλλιτέχνη και τη μοναξιά.
Στο καμινέτο καφέ για να φτιάχνεις

Ανάλαφρο τριπόδι σου αγόρασα.



                                                        Μτφρ.: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης





Θωμάς Γκόρπας


ΑΝΑΠΟΛΗΣΗ

Θα καταργήσω τον ουρανό θα καταργήσω τη γη
και θ' αφίσω μόνο ένα ουζερί
για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό
κ' εσύ
να περνάς απ' έξω.





Ο Γκόρπας και ο φίλος του

Βησσαρίων Σταύρακας, λευκαδίτης 
σε κάποιο κουτούκι.

Ηλίας Πετρόπουλος


ΣΤΟΝ ΛΕΩΦΟΡΟ το αυτοκίνητο
έτρεχαν αύριο σαν τρελλές,
κυνηγώντας την αυτοκτόνησή τους.
Οι φιλόλογοι απαγορεύουν τα λάθη,
επειδής μισούν την παλλόμενη έκφραση.
Στέκω μπρος στο πράσινος σπίτι.
Ψιλοβρέχει.
Πλησιάζεις κρατάς την κόκκινο ομπρέλα.
Γαμώ την γραμματική σας.





Kurt Schwitters 


ΑΝΝΑ ΜΠΛΟΥΜΕ

Ω πολυαγαπημένη των εικοσιεπτά μου αισθήσεων, εγώ
σου αγαπώ! – εσύ, συ, σεις, σου, εγώ σου, εσύ μου.
– Εμείς;
Αυτό είναι (επί τη ευκαιρία) απ' άλλο ανέκδοτο.
Ποια είσαι, απροσμέτρητο θήλυ και τσουλί; Είσαι
–- είσαι; – Λένε πως είσαι – άσ' τους
να λένε και να ξαναλένε, δεν ξέρουν πού τους πάν τα τέσσερα.
Εσύ φοράς το καπέλο σου στα πόδια, και πηγαίνεις
με τα χέρια πας πηγαίνεις με τα χέρια.
Γεια σου κοπελάρα μου, με το κόκκινό σου φόρεμα
τ' ασπροπριονισμένο.
Κόκκινα τ' αγαπώ, Άννα Ανθηρή, κόκκινη αγαπώ εσέ και σου! Εσύ,
συ, σεις, σου, εγώ σου, εσύ μου. – Εμείς;
Αυτό είναι (επί τη ευκαιρία) απ' αναμμένα κάρβουνα παγερά.
Κόκκινη άνθιση, κόκκινη Άννα Ανθηρή, τί λέει ο κόσμος;
Γρίφος: 1) Η Άννα Ανθηρή έχει ένα πουλί.
        2) Η Άννα Ανθηρή είναι κόκκινη.
        3) Τί χρώμα έχει το πουλί;
( Ο ευρών αμειφθήσεται ).
Γαλάζιο είναι το χρώμα των κίτρινων μαλλιών σου.
Κόκκινο το γουργουρητό του πράσινου πουλιού σου.
Εσύ, κορίτσι απλό σ' απλό φουστάνι, εσύ αγαπημένο
πράσινο κτήνος, σου αγαπώ! Εσύ, συ, σεις, σου,
εγώ σου, εσύ μου. – Εμείς;
Αυτό είναι (επί τη ευκαιρία) από το ντουλάπι με τις φωτιές.
Λουλούδινη Άννα Ανθηρή! Άννα, Α-Ν-Ν-Α, γαργαλώ
τ' όνομά σου. Τ' όνομά σου στάζει σαν λιωμένο ξύγκι.
Το ξέρεις, Άννα, κιόλας το ξέρεις;
Ότι κι ανάποδα μπορείς να διαβαστείς; Κι ότι κι εσύ, ω εσύ
Η πιο όμορφη απ' όλες είσαι από πίσω, όπως είσαι
κι απ' εμπρός: "Α-Ν-Ν-Α".
Τη ράχη μου χαϊδεύοντας, ξύγκι σταλάζει.
Άννα Ανθηρή, συ, κτήνος γαργαλιστικό, σου αγαπώ!



                                                                                          Μτφρ.: Ανδρέας Ρικάκης





Ο ΑΝΤΡΑΣ ΜΟΥ


Όλο τον κόσμο γύρισα, να βρω τον άντρα τον καλό
(αχ, Τσιγγάνοι! αχ, παιδιά μου!)
Πώς αγαπώ τα μαύρα του τα μάτια

Το βλέμμα του, τόσο γλυκό σαν το μαύρο σταφύλι
(αχ, Τσιγγάνοι! αχ, παιδιά μου!)
Όλοι οι άντρες πίνουνε με το ποτίρι
Ο δικός μου πίνει με το μπουκάλι, και μετά το σπάει
(αχ, Τσιγγάνοι! αχ, παιδιά μου!)



                                                                             π α ρ α δ ο σ ι α κ ό   τ σ ι γ γ ά ν ι κ ο







πίνακας του Paul Hitter

Θεόδωρος ο γκαν-γκάν



Δημήτρης Πουλικάκος


ΤΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΠΗΓΑΔΙ

Ήτανε τρεις φίλοι... ο Βρασίδας, ο Χαρίλαος κι ο Λούλης.
Τις προάλλες λοιπόν που από προχθές είχανε κανονίσει να πάνε για πικνίκ
συναντηθήκανε στο καφενείο στη γειτονιά και ξεκινήσανε χαρούμενοι
Αλλάξανε τρία λεωφορεία και φτάσανε στην ποθητή τοποθεσία
Η μέρα ήτανε ζεστή κι' ο ήλιος ψηλά

"Ααααααααααααα τί ωραία μέρα για εκδρομή!" είπε ο Βρασίδας
Ο Χαρίλαος κι ο Λούλης συμφώνησαν κουνώντας σοβαρά το κεφάλι
Κανείς δεν υποψιαζόταν την τραγωδία που θα επακολουθούσε

Γελαστοί μπήκανε στο δάσος
Οι ηλιαχτίδες διαπερνούσαν τα παχιά φυλλώματα και παιχνίδιζαν στην πάχνη
Ο Βρασίδας έκθαμβος κοιτούσε τα πουλάκια που τιτίβιζαν
Ο Χαρίλαος παρακολουθούσε με επιστημονικό ενδιαφέρον τα μυρμήγκια που μάζευαν τη σοδειά τους
Ο Λούλης χοροπηδώντας έτρεχε μπροστά μαζεύοντας μαργαρίτες και βιολέτες
Κανείς δεν υποψιαζόταν

Είχαν προχωρήσει περίπου εικοσιπέντε λεπτά
Το ξεχασμένο πηγάδι καραδοκούσε το θύμα του

Το ξεχασμένο πηγάδι καραδοκούσε το θύμα του
Ο Βρασίδας, ο Χαρίλαος κι ο Λούλης
Χαρούμενος και πηδηχτούλης ο Λούλης έπεσε μέσα στο πηγάδι
Κανείς δεν το είχε προσέξει
Με την αγωνία ζωγραφισμένη στα μέχρι εκείνη την στιγμή ανέμελα πρόσωπά τους
Ο Βρασίδας κι ο Χαρίλαος προσπάθησαν να τραβήξουν τον Λούλη απ' τα βάθη του ξεχασμένου πηγαδιού
Μάταια όμως γιατί σχοινί δεν βρήκαν πουθενά για να τον βγάλουν έξω

Παρ' όλα αυτά ο Λούλης πέθανε εξηντατεσσάρων χρονών...





Boris Vian 


ΕΧΟΥΝΕ ΟΛΑ ΕΙΠΩΘΕΙ ΕΚΑΤΟ ΦΟΡΕΣ

Έχουνε όλα ειπωθεί εκατό φορές
Και μάλιστα καλύτερ' από μένα
Αν λοιπόν γράφω στίχους
Είναι γιατί μ' αρέσει
Είναι γιατί μ' αρέσει
Είναι γιατί μ' αρέσει
Να μπαίνω στο ρουθούνι σας.



                                                        Μτφρ.: Θανάσης Θ. Νιάρχος, Αντώνης Φωστιέρης







Ομπρέλα

Θα βρέξει λεφτά, πάρτε ομπρέλα!



Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

Benjamin Péret 


ΑΠΛΑ

Με τον κώλο στον ώμο
το κεφάλι χαμηλά τα μάτια στον αγέρα
διατρέχει τον κόσμο 

και την πίπα του καπνίζει απ' την ανάποδη
Ω μέρες δίχως μισοφέγγαρο
βερνίκια τυριά χαρτοδέματα
τί κάνετε τα κατώτερα ζώα

Αυγά με λοφία μεταξένια
σπέρνουν λίμνες γαλάζιας μελάνης
οδηγούνε τη μνήμη του

Με πνεύμα ασθενές σάρκα πρόθυμη κώλο αλαφρό
πετάει με τις πεταλούδες
με την ψωλή στον αγέρα.



                                                                                             Μτφρ.: Νίκος Σταμπάκης





Andre Gill 


Η ΜΟΥΣΑ Η ΔΙΚΙΑ ΜΟΥ 
( απόσπασμα )

Τόσο το χειρότερο για μένα: είμαι πολύ καλλιτέχνης,
Πολύ πεταλούδα για να σινιάρω χαρτούρες,
Σιχαίνομαι και τις πιο καλές δουλειές

Ειδαλλιώς θα γινόμουν μπάτσος.



Francis Carco 


AINSI J' AI DANS MA BELLE PIPE...

Στην ωραία, φαρμακερή μου πίπα εφούμαρα
τις τελευταίες αναμνήσεις μου. Χαρτιά
έβαλα για προσάναμμα στη φωτιά, 

στίχους, χειρόγραφα, βιβλία με φούμαρα.

Νεκρός, θα 'μαι σαν άθλιο καταστάλαγμα
στη μνήμη φίλων, συμποσιαστών.
Μα θα 'χω λησμονήσει τα πλήθη των αστών,
τη δόξα, το χρήμα και το συνάλλαγμα.




                                                                              Μτφρ.: Κώστας Καρυωτάκης (φυσικά!)






Francis Carco,
ο πρίγκηψ των απάχηδων
της Μονμάρτρης 


"Καλογεράκι θα γινώ και ράσο θα φορέσω
Και κομπολόϊ θα βαστώ, φως μου, για να σ' αρέσω".








Emmy Hennings 


[Από τα ÄTHERGEDICHTE]

Χτυπάει η βροχή τα τζάμια.
Ένα λουλούδι κατακόκκινο ανθίζει.
Το δροσερό αεράκι με φυσάει.

Tώρα άραγε ξυπνώ ή έχω πεθάνει;

Απέραντος απλώνεται μπροστά μου ένας κόσμος.

Ένα ρολόϊ χτυπάει: 4 η ώρα
Κι' έχω χάσει κάθε αίσθηση του χρόνου.

Στην αγκαλιά σου τώρα πέφτω...




Dylan Thomas 


ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟ ΑΣΥΛΟ

Ήρθε ένας ξένος στο
τρελλόσπιτο να μοιραστεί το φτωχικό μου
ένα κορίτσι σαν τρελλό πουλί

σφάλισε τη νυχτιά της θύρας με φτερά τα χέρια
μανδύας το ζουρλό κρεβάτι
πλανεύει τα ουρανοστεγή, εισάγεται το σύννεφό μου

εξαπατά με βήματα το εφιαλτικό παλάτι
απλώνει νεκρικό φιλί
καβάλα πάει στις φρένες νοσοκόμων ωκεανών

δαιμονισμένη δέχεται
τ' απατηλό το φως μέσ' από τοίχους ουρανών
δαίμονας, άτι,

κοιμάται στο στενό παχνί, αιθεροβατεί,
λυσσάει αιθέρια
στου παλαβόσπιτου σανίδια εφθαρμένα από βήματα

δακρύων μου, φως μέσ' τα στήθια αγκαλιάς, επί -αγάπη!-
τέλους! όχι αναβολή!
την κρίση ας πάθω π' άναψε την πυρκαϊά στ' αστέρια!



                                                                                                   Μτφρ.: Κώστας Ταχτσής




                         

Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι


ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Απόψε θα 'χουμε φεγγάρι.
Ορίστε φάνηκε
αρχινάει να βγαίνει.
Νάτο ψηλά στον ουρανό κρέμεται κιόλας.
Ο θεός
πρέπει να 'ναι
- με τη λαμπερή
ασημένια κουτάλα του
ανακατώνει την κακαβιά των αστεριών.



                                                                      Μτφρ.: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος





Θωμάς Γκόρπας


ΒΡΟΧΗ ΕΙΚΟΝΩΝ

                                 Στον Ζακ Πρεβέρ 


Μου φεύγουν οι λέξεις σαν πρωϊνά πουλιά ξαναγυρίζουν το βράδυ
Κατεβαίνουν την πλαγιά αρνιά το βέλασμά τους γίνεται χάδι για
Την καρδιά. Πουλιόνται φτερά στην αγορά μα εγώ μαραζώνω δεν
Έχω λεφτά ούτε για τα τσιγάρα μου που λέμε ούτε ψεύτικα κατοχικά
Που τα έδιναν τότε στα παιδιά να παίζουν για να μην κλαίνε.

Παλιώνουν οι φίλοι παλιώνουν οι καημοί της μάνας μου τα μαγαζιά
Όλα παλιώνουν σ' αυτό τον ψεύτη ντουνιά εξόν απ' τα τραγούδια και
Μερικές γυναίκες γυμνές μέσα τους.

Πέταλα καρδιές πουλιών ούζα και πρώτα φώτα με το σούρουπο 

Τα τελευταία λόγια στην αγάπη το μαχαίρι τα γειά-χαρά και η μαχαιριά.
Ένας χαμάλης κάνει το τελευταίο του θέλημα εσύ χτυπάς το στήθος σου και εγώ
Καπνίζω...





Jacques Prévert 


Ο ΜΕΤΕΩΡΙΤΗΣ

Ανάμεσα απ' τα κάγκελα της φυλακής
Περνάει σαν αστραπή
Ένα πορτοκάλι
Και πέφτει στο αποχωρητήριο
Σαν πέτρα
Κι ο φυλακισμένος
Που ξαφνικά ραντίζεται από τις βρωμιές
Φωτίζεται το πρόσωπό του
Λάμπει από ευτυχία:
Εκείνη δεν με ξέχασε
Πάντα με σκέφτεται
Εκείνη.



                                                                     Μτφρ.: Γιάννης Βαρβέρης






Γιώργος Β. Μακρής 


ΔΑΠΑΝΗΘΗΚΑ στις λόχμες
μες στην επιθυμία να μυρίσω δυνατά
έτσι που να ξεκαθαριστεί το αμάρτημα.
Έσπειρα πράσινα γυαλιά στους τάφους του χόρτου
και θέρισα ολοχρονίς θέρισα ματιές από μάτια
μισούς ήχους στον αγέρα
λαχανικά της λησμονιάς στο αναψυκτήριο
ένα παλιό εικόνισμα τους Ναπολεοντείους πολέμους
και την αγάπη μου αγάπη μου του πυρετού
στην καρδιά μου στο ξενοδοχείο
στο φως στο χιόνι στον πλυμένο μου σταυρό.
Τράλαριαλό τουλίτ λο.
Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι;
Ποτέ δεν θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι.






Jehan Rectus 


ΟΙ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΦΤΩΧΟΥ
(απόσπασμα)

Σκατά! Χειμώνας πω, πω, κρύο!
Πού να βγεις τσιτσίδι πάνω ώς κάτω!
Κι' ούλοι αυτοί που έχουν πουγκί γεμάτο
για τη Νοτιά τραβούν και για το Ρίο.

Κι' είναι καιρός που ώς το Ανόβερο,
κι' ώς το Γιβραλτάρ κι' ώς τον κάβο Γκρίζα Μύτη
Ο μπουρζουάς
το βράδυ - θρήνος "povero"! -
στο τζάκι πλάϊ, μάσα και σπίτι.









Λευτέρης Πούλιος 


ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Είναι ένας ποιητής περισσότερο κι από ένα φονιά
φυτεύει ένα ζουμπούλι στο μυαλό του
πολλές φορές μεταμορφώνεται σε ένα ευχαριστώ.

Σήμερα γιορτάζει τα χίλια εννιακόσια εβδομήντα
έξι καρφιά πάνω στο σταυρό του.
Κατουράει τον ορίζοντα
καλεί ένα αστέρι να κοιμηθεί κάτω απ' την προστασία του
Δεν έχει παρελθόν και μέλλον
Δεν έχει πια ούτε Κυριακές στην ντουλάπα του
είναι φίλος με όλα
ακόμα κι ένα χαλίκι μπορεί να του πει
με τα άπειρα στόματά του
"καλημέρα σύντροφε".





Nicanor Parra


ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

Δεν επιτρέπω να μου πει κανείς
Πως δεν καταλαβαίνει τα αντιποιήματα
Όλοι θα ξεραθούν στα γέλια.

Γι' αυτό εγώ σπαζοκεφαλιάζω
Για ν' αγγίξω την ψυχή του αναγνώστη.

Αφίστε τις ερωτήσεις.
Σαν είναι ετοιμοθάνατος κανείς
Ξύνεται όπως μπορεί.

Ακόμα τούτο:
Εγώ δεν δυσκολεύομαι καθόλου
Να φορέσω μονάχος το ζουρλομανδύα.



                                                                  Μτφρ.: Ρήγας Καππάτος






Βελιμίρ Χλέμπνικωφ


ΑΡΝΗΣΗ

Εκείνο που αγαπώ
είναι να κοιτάζω τ' άστρα,
όχι να υπογράφω θανατικές καταδίκες.
Εκείνο που αγαπώ
είναι ν' ακούω τις ομιλίες των λουλουδιών
και μου φαίνεται πως ψιθυρίζουν: "Τούτος είναι!"
όταν περπατώ στον κήπο,
όχι να βλέπω άρματα να σκοτώνουν
εκείνους που θέλουνε να με σκοτώσουν.
Γι' αυτό λοιπόν
εγώ ποτέ των ποτών και τίποτα δεν θα κυβερνήσω!



                                                                                          Μτφρ.: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος





Can Yücel 


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΗ ΚΛΕΦΤΗ

Από τη στέγη του ουρανοξύστη σας με τον ομφάλιο λώρο μου κατέβηκα.
Απ' το μικρό βοηθητικό σας τζάμι σαν πεταλούδα πέρασα
στο διαμέρισμα, στο αυτοκίνητο, στο βιος σας.

Συλλαβιστά αποστήθισα τις λέξεις και τον πλανήτη σας
πάνω στ' ακροδάχτυλα χεριού και ποδαριού.

Κοίταξα μέσα στα μάτια σας,
μέσα στις άγιες γραφές σας,
μέσα στους μπουφέδες και σε ό,τι άλλο έχετε.
Όλα με το φανάρι της ποίησης τα κοίταξα - κραυγή μου τελευταία!

Έρωτα δεν βρήκα ούτε για δείγμα.
Σας φτύνω λοιπόν και φεύγω
έχοντας χέσει μέσα στη μέση του σπιτιού σας.
Κι' είθε να σας φωτίζει ο πισινός μου.



                                                                    Μτφρ.: Μ.Σκιαδαρέση




Παναγιώτης Κουτρουμπούσης


ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΩΤΟΝ

Κι όταν καούν
όλες οι γέφυρες
και δε μένει
τίποτε
τί μένει;
Μένει κάτι
κύριε καθηγητά
που ίσως φτάνει.
Κύριε καθηγητά
μένει:
μισή μποτίλλια αλκοολικού παρασκευάσματος
ο ήλιος του καλού Θεού και η θάλασσα
άπειροι ευχάριστοι ήχοι
ένας ν αριθμός στιγμών
και το φεγγάρι
σε 1ο τέταρτο ημισέληνο
2ο τέταρτο 3ο τέταρτο
το
φεγγάρι
πανσέληνο.







"Αθηναϊκά Γράμματα" τ.10, Μάϊος-Αύγουστος 1958

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Jacques Prévert 


ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ

Έβαλα το πηλίκιό μου μέσα στο κλουβί
και βγήκα με το πουλί στο κεφάλι.
Λοιπόνδε χαιρετούνε πια
ρώτησε ο διοικητής
Όχι
δε χαιρετούνε πια
είπε το πουλί
Α καλά
συγχωρείστε με νόμιζα ότι χαιρετούν
είπε ο διοικητής
Είσαστε συχωρεμένος όλος ο κόσμος
μπορεί να κάνει λάθος
είπε το πουλί.



                                            μτφρ.: Κώστας Ριτσώνης