Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Θεόδωρος Μπασιάκος


ΠΕΡΙ ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑΣ

Κατ' εμέ, ας γράφει καθείς όπως του γουστάρει.
Τις σχετικές συζητήσεις τις παρακολουθώ μ' ενδιαφέρον, οσάκις αναθερμαίνονται, ιδιαίτερα σ' ό,τι αφορά το εκπαιδευτικό μας σύστημα ή τις ιστορικές, οικονομικές κλπ. παραμέτρους της γλωσσικής μεταρρύθμισης του '83. Η άποψή μου πάντως είναι αυτή που είπα.
Το γραπτό είναι το ένδυμα του πνεύματος. Προφανές ότι: δεν γίνεται να ντυνόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο. Εμένα μ' αρέσουν οι τόνοι, προσδίδουν κομψότητα στο γραπτό, αλλά αν είναι το πνεύμα ξυλάγγουρο βράσε όρυζα.
Στους κύκλους μας, των ούτως ειπείν καλών γραμμάτων, μοιραζόμαστε - οι μισοί με την ιστορική ορθογραφία κι' οι άλλοι μισοί με το μονοτονικό. Κανένα πρόβλημα!  Δημοκρατία έχουμε! Και με χωρίς καθόλου τόνους, μια νόστιμη σκέψη δεν νομίζω πως περνά απαρατήρητη. ΄Ισως, μάλιστα, χωρίς τόνους, ένας λόγος παραπάνω! Να με συμπαθάτε, εμένα ούτε τα greeklish των νέων μ' ενοχλούν. Και τον Γιώργη τον Ζάρκο τον διαβάζω ανετότατα και πολύ τον πάω.
Τέλος πάντων, από γραφοενδυματολογικής απόψεως, προτιμώ το απλό πολυτονικό, χωρίς βαρείες, το πολυτονικό της γραφομηχανής. Παραείναι οι βαρείες κυριλέ, για μένα.
Μα, θα μου πείτε, τί παριστάνω εφ' όσον υπάρχουν οι υπολογιστές και μάλιστα ο αυτόματος πολυτονιστής - τον οποίο λανσάρισε ο Δ.Ο.Λ. εάν δεν απατώμαι...
Θα σας πω: παριστάνω τον εαυτό μου.

* * *

Δεν την καταλαβαίνω την άρνηση ορισμένων πολυτονικών εκδοτών να δημοσιεύουν μη-πολυτονικά γραπτά. Σεβαστόν, αλλά... Κάπου μου θυμίζουν εκείνο τον μπασκίνα στη Βουλή, το '60-τόσο: "Πού πάτε κύριος, απαγορεύεται άνευ γραβάτα!"
Εγώ, πάντως, τους βαστάω τους τύπους στη φιλοξενία. Και πολύ κάνω κέφι, και με βαρείες, να με βλέπουνε τα κορόϊδα και να γελάνε:
– ΄Αλα της, κουστουμιά ο κουτσός!

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Χρυσή Ευκαιρία

Καλή και σίγουρη δουλίτσα σε εταιρεία εισαγωγών-εξαγωγών, μισθός, μπόνους, οδοιπορικά, τυχερά, προοπτικές
σ υ ν
γνωριμία σοβαρή με την μοναχοκόρη του αφεντικού, βίλλα, κότερο, ενδιαφέροντα οπίσθια, ξένες γλώσσες κ.τ.λ.
Α Ν Τ Α Λ Λ Α Σ Σ Ο Ν Τ Α Ι
με φυσαρμόνικα
( κατά προτίμησιν ελαφρώς μεταχειρισμένη ).

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Francois Villon




ΤΕΤΡΑΣΤΙΧΟ

Είμαι ο Φρανσουά, πολύ τούτη η έγνοια με ταράζει!
Παιδί του Παρισιού κοντά απ' την Ποντουάζη.
Σε λίγο απ' το σκοινί που ο μπόγιας μου ετοιμάζει

Θα ιδεί ο λαιμός μου πόσο ο κώλος μου ζυγιάζει.


                                                                                       Μτφρ.: Σπύρος Σκιαδαρέσης





Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Το πορτραίτο του καλλιτέχνη με φρέσκα κρεμμυδάκια



Θεόδωρος Μπασιάκος
ο επονομαζόμενος Μπατίροβιτς
(της γνωστής οικογενείας)

Θεόδωρος ο γκαν-γκαν κ.ά. ποιήματα μακράς διαρκείας (long-play)

Θεόδωρος Μπασιάκος




ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΤΙΣ ΤΣΕΠΕΣ

Γράφω
με τα χέρια στις τσέπες
αλά σουλατσαδόρος.
Γράφω με τα πόδια, στο δρόμο.
Οι βόλτες είναι η ποιητική μου συλλογή
(Κυκλοφορεί!)
Τα γραπτά μου - απλώς κάποια ίχνη π' αφίνω πίσω μου
κι' αργά ή γρήγορα θα χαθούν·
μελωδίες απλές που σφυρίζω ανέμελα πηγαίνοντας...



ΔΕΝ ΤΟ ΗΞΕΡΕ

Αν το ήξερε
ο Εγγονόπουλος
πως
επήρε στο λαιμό του
τον φερέλπιδα αυριανό φαρμακοποιό (ή κάτι τέτοιο)
που περίμεναν οι γέροι μου να με καμαρώσουν,
ίσως τότε 
δεν θα έλεγε ετούτη την κοτσάνα:
πως λίγη δώσαν και δίνουν σημασία στα ποιήματά του.



ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΓΚΑΝ-ΓΚΑΝ

Άραξε.
Τσιγαράκι;
Στο ντιβάνι, με τα παπούτσια
με το σακάκι.
Ω, τί ωραίο ταβάνι!
50 χρονών
σ' ένα δωμάτιο εντελώς φοιτητικό
(φοιτητού της δεκ.'60).
Δεν πας καλά.
Άρα:
Καλά πας.



ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ

Είναι πόχω πουλήσει την ψυχή μου στο διάβολο
με αντάλλαγμα τί άλλο τη νιότη
την ατελείωτη νιότη
στο θλιβερό ετούτο δωμάτιο
με τα βιβλία και με τσιγάρα
με τ' αλλόκοτα όνειρα
ακατανόητα ολωσδιόλου σ' έναν μέσο αστό
με πουκάμισο ξεκούμπωτο και σηκωμένα μανίκια
εντελώς ανοιξιάτικος
με σένα στην αγκαλιά μου
με αγγούρια τουρσί
κι' αυτά στο πρόγραμμα μέσα
με τη ζωή μπροστά μου όλη κι' όλη δική μου
όλη δική μας
αγάπη μου.



ΧΑΙΡΕΤΕ!

Έχω δύο καρδιές:
μία στο ένα χέρι μία στο άλλο χέρι.
Ως εκ τούτου αγαπώ με τα χέρια.
Στο στήθος
(στη θέση της καρδιάς) έχω ένα γραμμόφωνο.

Ένας απλός άνθρωπος είμαι όπως όλοι.
(Τί με κυττάς περίεργα;)

Αν βάλεις στο στήθος μου τ' αφτί σου
θ' ακούσεις μουσική:
Κατά πάσα πιθανότητα τσιγγάνικα βιολιά, μ' αρέσουν.



ΤΑ ΟΠΙΣΘΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
(ΚΙ' ΕΓΩ ΚΥΤΤΑΖΩ ΤΑ ΟΠΙΣΘΙΑ ΤΗΣ)

Δεν με συγκινεί καθόλου ο στρατός.
Ούτε βέβαια το ποδόσφαιρο.
Αυτό που με συγκινεί είναι ο έρωτας
ο φυσικός
ο άγριος, ο κτηνώδης
ο τρυφερός.

Με συγκινούν οι αρκούδες
και τα μαντολίνα.

Θα έγραφα κι' άλλα, καθότι έχω έμπνευση
απόψε -
Ας τα γράψω καλύτερα στον αέρα!
Ή ας τα γράψω καλύτερα στο κρεβάτι!



ΟΥΤΕ ΝΑ ΤΟ ΣΚΕΦΤΕΣΤΕ

Ούτε με σφαίρες
Ούτε με το μαχαίρι στο λαιμό
Ούτε με σίδερα στα χέρια
Ούτε στην εξορία στην απομόνωση
στο λάκκο με τα σκατά
Ούτε καν για χάρη των τσουπιών μου

Το κρασί μου εγώ δεν το νερώνω.



ΡΑΚΙ

Μ' αρέσει να τα πίνω με τους σουρρεαλιστές
Είναι γερά ποτίρια
Εντελώς ρώσσοι
Άμα πίνουν πίνουν για να μεθύσουν όχι μισές δουλειές
Αυτοί έκαναν την μία από τις δύο μεγαλύτερες επαναστάσεις
του εικοστού αιώνα.
Ο Μπασιάκος ο περίφημος (δυσανάγνωστο, ίσως τρούρκος) (SIC)
αντιποιητής
τους βγάζει το βιγιονικό του καπέλο.



ΖΟΥΓΚΛΑ 8.30' Μ.Μ.

Αυτή την ώρα έπρεπε να ηχούνε τα ταμ-τάμ.
Έπρεπε η φωτιά να καίει τώρα.
Να βράζει στο καζάνι ένας εξερευνητής
μια ξανθιά
ένας ιεραπόστολος.

Η τηλεόραση είναι μια άθλια κονσέρβα.
Η τηλεόραση είναι άνοστο ζαμπόν σε κονσέρβα.

Ο πολιτισμός μου χάλασε το στομάχι.
Στη ζούγκλα θέ να γυρίσω των ανθρωποφάγων παππούδων μου.



ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΧΟΡΕΥΕΤΑΙ

Το δωμάτιο οργώνεις πέρα-δώθε, με το βιβλίο στο χέρι
ή και με χωρίς το βιβλίο.
Στην καρέκλα στριφογυρνάς αναστατωμένος.
Τον κρόταφό σου τρυπάς σκεφτικός με το δείχτη.
Ξύνεσαι σα γατί μερακλωμένο απ' τη φαγούρα.
Γυρνάς σελίδα και πέφτεις απ' την καρέκλα χάμω.
Συνεχίζεις το διάβασμα ξαπλωμένος στο πάτωμα.
Έρχεται η κοπελιά και σου παίρνει το βιβλίο απ' τα χέρια·
κάνετε έρωτα.
(Η κυλότα της, στην σελ. 23 ωσάν σελιδοδείκτης).
Πολύ μ' αρέσουν αυτοί οι μοντέρνοι χοροί!



ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ

Η γειτόνισσα βήχει ασταμάτητα.
Βουλγάρα είναι γι' αυτό βήχει.
Πολύ με στενοχωρούν οι άνθρωποι που βήχουν.
Είναι άδικο που βήχουν μόνο οι φτωχοί.
Θα της έκανε καλό πιστεύω ένα τσάϊ ζεστό.
Ακόμα καλύτερα ένα ταξιδάκι στις Μπαχάμες, ή στις Άλπεις
που είναι ξηρό το κλίμα.
Ό,τι μας πει ο γιατρός, δεν είμαστε εμείς γιατροί.



ΓΥΜΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

Φαντάσου
μια παναγιά
μια πριγκηπέσσα
μια μις υφήλιος
και βάλε
γυμνή
τσίτσιδη ντιπ
στην περίφημη τρύπια κουβέρτα μου.

Είναι η Μαρία
που μου ποζάρει για το ποίημα ετούτο.

Η Μαρία
φτιαγμένη με τα ωραιότερα φωνήεντα του χρωστήρα μου!



ΡΟΜΑΝΤΖΑ
(ΥΠΟ ΤΟ ΣΕΛΗΝΟΦΩΣ)

Δες!
Στο φεγγάρι φύτρωσ' ένα λουλούδι
Ωραίο σαν την αγάπη μας
ή σαν μια επανάσταση
(π.χ. τον Μάη του '68 ή τον Ισπανικό εμφύλιο...)
Ίσως σύντομα μαραθεί, δεν αντέχουν τα λουλούδια
στο φεγγάρι...
Αφού φύτρωσε όμως
θα πει πως μπορεί και στο φεγγάρι να υπάρξει ζωή.
Αφού αγαπιόμαστε
κι' αφού οι λαοί ξεσηκώνονται
θα πει πως και στη γη μπορεί να υπάρξει ζωή. Μπορεί.



ΕΝΑΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ...

Καμμία σχέση.
Εγώ είμαι ο ποιητής Μπασιάκος.
Κι' από 'δώ, η κυρία γροθιά μου.
Συνεννοηθήκαμε πιστεύω.



ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΤΙΣ ΤΣΕΠΕΣ, ΞΑΝΑ
(ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ)

Παραείμαι ίσως αψύς ως χαρακτήρας.
Η κουστουμιά του ποιητή
απάνω μου - σκέτη παραφωνία.
Καλά τα λέει ο Κρεμμύδας
στο προ-προτελευταίο τεύχος του "Μανδραγόρα".
Τους στίχους μου σκορπάω εδώ κι' εκεί, στα καπηλειά
στον άνεμο
σ' επιθεωρήσεις τέχνης
Κι' ούτε που με νοιάζει κιόλας.
Είμαι ευχαριστημένος.
Απόψε φουμάρω μια καβαλίνα τρυφερή, ωραιότατη
κι' απολαμβάνω αλύπητα το ηλιοβασίλεμα.
Μά την παναγία.
Αυτή τη γη των προλετάριων πολύ την αγάπησα!
Εδώ λέω ν' αφίσω τ' αλήτικα κόκαλά μου!






Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Ο ποιητής, πίνοντας
εις υγείαν της κατέ του.

La Vie Bohème

Θεόδωρος Μπασιάκος



ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ


[1]

Είναι ωσάν το ιερό των χριστιανικών ναών, αυτό το οποίο ίσως λίγο ξιπασμένα αποκαλώ γραφείο: ένα απλό ασπαστό τραπέζι δηλ. κι' η καρέκλα μου.
Στο τραπέζι, αστραφτερό, το μαχαίρι.
Σπουδαίο μαχαίρι!
Μ' αυτό πιάνω και κόβω ευλαβικά το καρβέλι και το σαλάμι, για να γευματίσω.
Μ' αυτό, το ίδιο, και τις σελίδες του βιβλίου που διαβάζω...



[2]

Στην ηλικία μας, και με το συμπάθιο, άλλοι έχουνε ήδη κάνει την προκοπή τους, και περιουσία έκαναν και όνομα έκαναν και μπράβο τους και ξαναμπράβο τους. Αυτοί είναι τώρα στα πράγματα. Αυτοί κυβερνάνε! Ίσως μάλιστα έχουν και γκόμενες πιο ωραίες απ' το κρικρί την δικιά μου.
Εγώ στα κόλπα δεν μπήκα.
Δεν καταδέχομαι.
Να λείπει το βύσσινο.
Είπα, τη μπανανόφλουδα της επιτυχίας δεν τη πατάω.
Και βεβαίως, τίποτε πιο αναληθές απ' το πως τάχατες φθονώ τους τακτοποιημένους εν Χριστώ συνομηλίκους μου.
Έχω τούτ' το δωμάτιο, ντιβάνι, το κρικρί στο ντιβάνι, το γραφειάκι μου για να γράφω και μια χαρά είμαι έτσι περισσότερα δεν χρειάζομαι.
Στον τοίχο η σεπτή υπομειδιάζουσα φωτογραφία του Μάριου Χάκκα θαρρείς με φτύνει - να μη με ματιάσει.



[3]

Πολύ κάνω κέφι τα φιλολογικά μας σαλόνια: τσίπουρο απ' το χωριό, μακαρονάδα, κουτσομπολιό σύννεφο, συζήτηση σοβαρή περί της προοπτικής μιας κυβέρνησης της Αριστεράς στην Ελλάδα κ.ο.κ.
Η οικοδέσποινα άψογη.
Τελείωσε το τσίπουρο, ας πιούμε βότκα!)
Η αγαπημένη μου θέση: τούτο δω το σκαμνάκι δίπλα στην πόρτα - δίπλα, έστω, στο παράθυρο.



[4]

Στο ντιβάνι απλώνομαι ευχαριστημένος, εκείνη γερτή στη φτερούγα μου, μετά τον έρωτα. Εκείνη μετρά τα παΐδια μου, εγώ ραχατεύω. Το παντελόνι μου χάμω στο πάτωμα. Σκαλωμένη η κάλτσα της σ' έναν τόμο της Ανθολογίας του μαύρου χιούμορ πάνω στο κομοδίνο.
Η βουή - απ' όξω - της μεγαλούπολης: μία λογοτεχνία αστυνομο-κρατούμενη.
- Θοδωρή;
- Ε! της κάνω
- Τίποτα! Έτσι μούρθε απλώς να πω τ' όνομά σου...
Μια χαρά! Μ' ένα πρόχειρο υπολογισμό, αυτό της το "τίποτα" θα με κρατήσει μπορεί και μία βδομάδα ζωντανό.



[5]

Χαράματα στο μικρό μου γραφείο. Είναι η ώρα μου αυτή· η ώρα του ποιητή.
Κολλημένος στη σόμπα.
Καπνίζοντας.
Κυττάζοντας απ' το παράθυρο έξω.
Έτσι, όπως ακριβώς κι' ένα άλλο πρωϊνό, προ 30ετίας και, στο περίφημο γαλακτοπωλείο της Ομόνοιας περιμένοντας το ρυζόγαλό μου...
Ξημέρωσε.
Έτσι μούρχεται να γράψω ένα ποίημα τώρα δα.
Το ποίημα:
. . . . . . . .
- Πες πως το 'γραψα! -
Βραβείο;
Όχι, ευχαριστώ. Το ρυζόγαλο περιμένω.


[6]

"- Μεγάλη φαντασία έχεις, Μπασιάκο!"
Κοπλιμέντο υποθέτω κι' εν τοιαύτη περιπτώσει ευχαριστώ, αλλ' ας μην τα παραλέμε: φαντασία έχω την στοιχειώδη.
Τίποτα δεν κατεβάζω απ' το ξερό μου. Ό,τι βλέπω γράφω, εκ του φυσικού. Αν φαντάζουν ενίοτε λιγάκι παράξενα όλα αυτά ευθύνεται ο οίστρος της αφηρημάδας και μόνο, η έκπληξη αγαπητέ κι' ο καιρός...
Ονταντά ρέντα αμέντα ρανταντά, ντα; ντο! ντου νταντά.
(Έτσι)
Επ' ευκαιρία, επειδή με τρώει το χέρι μου, μη σου βρίσκεται κάνα ψιλό να μου δάνειζες;


Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Θεόδωρος ο γκαν-γκάν


[ ημερολόγιο, Δεκ. '12 ]



Απόψε κρύο.
Λέω
έννοια σου θάρθουν κι' οι χειρότερες μέρες.
Δεν ανάβω την κουκουνάρα
Οικονομία!
Ξαπλωμένος, κουκουλωμένος, απ' τις 9
με τα ρούχα εννοείται
Όπως τον παλιό καλό καιρό
(βλ. Μονμάρτρη, κρύες σοφίτες, μπατιριλίκια κ.ά. ένδοξες 
σελίδες της ιστορίας της τέχνης).
Λέω
πολύ μ' αρέσει η Κρίση!
Πρόκειται να γίνουν σπουδαία πράγματα, λίαν συντόμως,
περίμενέ τα.

---

(Τώρα κοιμάμαι).