Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

La Vie Bohème

Θεόδωρος Μπασιάκος



ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ


[1]

Είναι ωσάν το ιερό των χριστιανικών ναών, αυτό το οποίο ίσως λίγο ξιπασμένα αποκαλώ γραφείο: ένα απλό ασπαστό τραπέζι δηλ. κι' η καρέκλα μου.
Στο τραπέζι, αστραφτερό, το μαχαίρι.
Σπουδαίο μαχαίρι!
Μ' αυτό πιάνω και κόβω ευλαβικά το καρβέλι και το σαλάμι, για να γευματίσω.
Μ' αυτό, το ίδιο, και τις σελίδες του βιβλίου που διαβάζω...



[2]

Στην ηλικία μας, και με το συμπάθιο, άλλοι έχουνε ήδη κάνει την προκοπή τους, και περιουσία έκαναν και όνομα έκαναν και μπράβο τους και ξαναμπράβο τους. Αυτοί είναι τώρα στα πράγματα. Αυτοί κυβερνάνε! Ίσως μάλιστα έχουν και γκόμενες πιο ωραίες απ' το κρικρί την δικιά μου.
Εγώ στα κόλπα δεν μπήκα.
Δεν καταδέχομαι.
Να λείπει το βύσσινο.
Είπα, τη μπανανόφλουδα της επιτυχίας δεν τη πατάω.
Και βεβαίως, τίποτε πιο αναληθές απ' το πως τάχατες φθονώ τους τακτοποιημένους εν Χριστώ συνομηλίκους μου.
Έχω τούτ' το δωμάτιο, ντιβάνι, το κρικρί στο ντιβάνι, το γραφειάκι μου για να γράφω και μια χαρά είμαι έτσι περισσότερα δεν χρειάζομαι.
Στον τοίχο η σεπτή υπομειδιάζουσα φωτογραφία του Μάριου Χάκκα θαρρείς με φτύνει - να μη με ματιάσει.



[3]

Πολύ κάνω κέφι τα φιλολογικά μας σαλόνια: τσίπουρο απ' το χωριό, μακαρονάδα, κουτσομπολιό σύννεφο, συζήτηση σοβαρή περί της προοπτικής μιας κυβέρνησης της Αριστεράς στην Ελλάδα κ.ο.κ.
Η οικοδέσποινα άψογη.
Τελείωσε το τσίπουρο, ας πιούμε βότκα!)
Η αγαπημένη μου θέση: τούτο δω το σκαμνάκι δίπλα στην πόρτα - δίπλα, έστω, στο παράθυρο.



[4]

Στο ντιβάνι απλώνομαι ευχαριστημένος, εκείνη γερτή στη φτερούγα μου, μετά τον έρωτα. Εκείνη μετρά τα παΐδια μου, εγώ ραχατεύω. Το παντελόνι μου χάμω στο πάτωμα. Σκαλωμένη η κάλτσα της σ' έναν τόμο της Ανθολογίας του μαύρου χιούμορ πάνω στο κομοδίνο.
Η βουή - απ' όξω - της μεγαλούπολης: μία λογοτεχνία αστυνομο-κρατούμενη.
- Θοδωρή;
- Ε! της κάνω
- Τίποτα! Έτσι μούρθε απλώς να πω τ' όνομά σου...
Μια χαρά! Μ' ένα πρόχειρο υπολογισμό, αυτό της το "τίποτα" θα με κρατήσει μπορεί και μία βδομάδα ζωντανό.



[5]

Χαράματα στο μικρό μου γραφείο. Είναι η ώρα μου αυτή· η ώρα του ποιητή.
Κολλημένος στη σόμπα.
Καπνίζοντας.
Κυττάζοντας απ' το παράθυρο έξω.
Έτσι, όπως ακριβώς κι' ένα άλλο πρωϊνό, προ 30ετίας και, στο περίφημο γαλακτοπωλείο της Ομόνοιας περιμένοντας το ρυζόγαλό μου...
Ξημέρωσε.
Έτσι μούρχεται να γράψω ένα ποίημα τώρα δα.
Το ποίημα:
. . . . . . . .
- Πες πως το 'γραψα! -
Βραβείο;
Όχι, ευχαριστώ. Το ρυζόγαλο περιμένω.


[6]

"- Μεγάλη φαντασία έχεις, Μπασιάκο!"
Κοπλιμέντο υποθέτω κι' εν τοιαύτη περιπτώσει ευχαριστώ, αλλ' ας μην τα παραλέμε: φαντασία έχω την στοιχειώδη.
Τίποτα δεν κατεβάζω απ' το ξερό μου. Ό,τι βλέπω γράφω, εκ του φυσικού. Αν φαντάζουν ενίοτε λιγάκι παράξενα όλα αυτά ευθύνεται ο οίστρος της αφηρημάδας και μόνο, η έκπληξη αγαπητέ κι' ο καιρός...
Ονταντά ρέντα αμέντα ρανταντά, ντα; ντο! ντου νταντά.
(Έτσι)
Επ' ευκαιρία, επειδή με τρώει το χέρι μου, μη σου βρίσκεται κάνα ψιλό να μου δάνειζες;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου