Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

Τσίου !!






 * * * *

Λωτρεαμόν




" Θα φυσήξω πρώτα τη μύτη μου, γιατί το έχω ανάγκη, και μετά, με την υπερβολική του χεριού μου βοήθεια, την πένα, που τα δάχτυλά μου είχανε αφήσει να πέσει, θα ξαναπιάσω.


... Τούτο να ξέρετε: η ποίηση βρίσκεται παντού, όπου δεν είναι το ηλιθιωδώς σκωπτικό χαμόγελο του ανθρώπου με το σουλούπι πάπιας. "



Comte de Lautréamont     


Mτφρ.: μισή Γιάννης Ευαγγελίδης, μισή Δ. Πουλικάκος 

 Σεργκέϊ Γιεσένιν  








"Δε πά να λένε για τα μένα:
ποιητής!
Όπως εσύ, αγέρα μου ξεμυαλισμένε,
έτσι κι' εγώ: αλήτης θε να μείνω".

Αλέξανδρος Σχινάς


ΤΟ ΑΝΘΟΣ

Αυτό το άνθος δεν πρέπει νάτανε για μας
Εμείς κατηναλώσαμεν ολόκληρον τον χρόνον της ημέρας μας
Σε αφελείς και αδέξιες επιδόσεις.
Ατημέλητοι, με το χέρι στην τσέπη, περιπλανήθημεν

Ανά τους δρόμους και τας πλατείας αυτής της πόλεως.
Ιδανικά αδιάφοροι, εγκαταλείψαμε την προσοχή μας
Σε κάθε λογής επουσιώδεις περισπασμούς.
Σπαταλήσαμε απερίσκεπτα την περιουσία μας,
Αγοράζοντας και μασουλώντας συνεχώς
Στραγάλια και παστέλια και μαντζούνια!
Είναι, νομίζομεν, περιττό να τονισθή
Ότι απέσχομεν από κάθε σκέψη σχετική με συστηματικάς δραστηριότητας
Ή, πόσω μάλλον, με ιπποτικά κατορθώματα
Ή ιδανικούς έρωτες και τα παρόμοια.
Κυρίως ειπείν: απέσχομεν από πάσαν σκέψιν!
Αυτό το άνθος, επομένως, δεν πρέπει νάτανε για μας.
Γιατί, όταν περί το μεσονύκτιον, επιστρέφοντας,
Διερχόμεθα από εκείνον τον ημίφωτο δρομάκο,
Όταν, λέγω, πίσω από τα βαριά παραπετάσματα
Του υψηλοτέρου παραθύρου ενός παμπάλαιου μεγάρου
Πρόβαλε κείνο το αβρό παρθενικό χεράκι
Και μας το επέταξε τρέμοντας,
Εμείς, όλως ανέτοιμοι και αναρμόδιοι ως είμεθα,
Το αρπάξαμε μηχανικά στον αέρα
Και το φάγαμε -
Το άνθος! Καταλαβαίνετε;
Το φάγαμε, το μασουλήσαμε και αυτό,
Με την ίδια ακριβώς ανευθυνότητα
Που όλη τη μέρα μασουλούσαμε
Στραγάλια και παστέλια και μαντζούνια!..
Ώ! ασφαλώς, ασφαλώς!
Αυτό το άνθος δεν πρέπει,
Δεν μπορεί να ήτανε για μας!





Τ ρ ο ύ μ π λ ε ς

"Η περίστασις επιβάλλει ψυχραιμία,                                 

οξυδέρκεια                  
             
                             και αλκοόλ!"




(*) η ατάκα είναι του Μπρεχτ, απ' το "Ο αφέντης Πούντιλα και ο υπηρέτης του ο Ματτί"

Μάριος Χάκκας



[ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΤΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΑΣΤΕΡΙ ]

"...Κατέληξα, λοιπόν, κατά των ανθέων κι' αποφάσισα να μεταδώσω αυτές τις απόψεις με τα δικά μου εκφραστικά μέσα, άτσαλα βέβαια και κάπως χοντρά. Δεν φταίω εγώ αν η ιδιοσυγκρασία μου με οδηγεί στην αμεσότητα, κι' έπειτα δεν είμαι ποιητής, ούτε καν πεζογράφος."

"...Α σιχτίρ! Μόνο τα παιδιά, τα παιδιά να φάνε λουκούμι."

"...Γι' αυτό αναφέρθηκα στην αρχή σε κάτι φιόγκους (το αυγουλάκι τους και μάλιστα φρέσκο) που γράφουνε ανούσια ποιήματα, χάνονται μέσα στις λέξεις, γιατί δεν δώσανε γι' αυτή την υπόθεση σταγόνα αίμα. Δεν γίνεται. Δεν γίνεται."

"...Ακούω μουσικές κι' ευφραίνομαι, τα κουρασμένα κοκαλάκια μου αγάλλονται.
Κοίταξε, κοίταξε στο πρόσωπό μου καθρεφτίζεται η καθαρή μου καρδιά κι' από μέσα βαθιά μου αναδύεται το ντόμπρο μου πνεύμα.
Μη βάζεις εμπόδιο το πρόσωπό σου, άφησέ με να δω και πέρα απ' αυτό."

"...Μήπως υπήρξα και πριν να θέλω να υπάρξω μετά; Κι' αν θα υπάρξω, δεν θα οφείλεται στα γραφτά μου, αλλά στις πράξεις μου, στα κορίτσια που χάϊδεψα, στους φίλους που φίλεψα παρηγοριά κι' εγκαρτέρηση, για όσο καιρό φυσικά θα υπάρχουν κι αυτοί. Κι' όταν θα βρίσκονται μαζεμένοι παρέα οι φίλοι, θα μου βάζουν κι εμένα ποτήρι, κι' όπως κάποιος θα ρίχνει μια βόλτα στο σημείο που η πλάκα θα λέει:
Το κλαίμε όλοι μας μαζί
το πιο λεβέντικο καλό παιδί, 
ένας άλλος θα φωνάζει το γνωστό 'καλά στέφανα', κι' αυτό ας είναι για μένα ένα είδος μνημόσυνο, όχι βέβαια φιλολογικό, μάλλον μια ζωντανή παρουσία που λένε, μια δικαίωση πως κάνοντας προς τα δω 'για κείνο το πράμα', μπορεί να μη το βρήκα αλλά πάντως κάτι άφησα πίσω μου".





Μάριος Χάκκας,
ο επονομαζόμενος "η φλεγόμενη και δη κινούμενη βάτος"



Oscar Milosz 


ΧΟΡΟΣ ΜΑΪΜΟΥΣ

Με τις στροφές μιας ξελογιάστρας φτωχομουσικής,
τις πεταχτές κι' αλαφιασμένες - ενώ πέφτει
σάπια βροχή
Πήδα, ψυχή μου, πήδα, γέρικη μαϊκού του οργανοπαίχτη

Γριά μαδημένη, πονηρή, ζωντόβολο ρωμαντικό, περιπαθές.
Με την ξεφυλλισμένη φθινοπωρινή σου ουρά, φανταχτερά στριμένη
σαν ένα ερωτηματικό στον άδειο ουρανό του δειλινού
Τα δάκρυά σου σκούπισε, ερωτιάρα, γελοία, μελαγχολική μαϊμού
Μαϊμού ψωριάρα της νεκρής αγάπης, των χαμένων ημερών μαϊμού ξεδοντιασμένη.

Ακόμα, ακόμα ένα σκοπό!
Εκείνον που μυρίζει καπνούς από τσιγάρα,
προάστειο λεπρό, πανηγύρι στο φθινόπωρο κι οσμές βαρειές των τηγανιών
Για να γελάσουν οι κοπέλλες που δεν χόρτασαν καλά, - ω ισχνή
φριχτή, βρωμιάρα, οικτρή, επιληπτική μαϊμού,
άδολο ζώο των νοσταλγιών!

Ακόμα ένα σκοπό, τον τελευταίο, αλίμονο!
Και να 'ναι κείνο το φτωχό
βαλς του ποτέ, των πεθαμένων κλεφτών requiem, μια μουσική σε ηχώ
Που λέει: αντίο θύμησες, καρύδες ινδικές κι' αγάπη!
Ενώ η φτωχή βροχή κάνει γλουγλού μέσ' στην παλιά βαρειά λάσπη.

Μτφρ.*: Μήτσος Παπανικολάου




Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Victor Hugo



ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΓΑΒΡΙΑ
(καθώς πέφτει νεκρός από τις σφαίρες της εθνοφρουράς)

Η Ναντέρ άσκημο μέρος,
σ' αυτό φταίει ο Βολταίρος.

Βλάκες ζουν στο Παλαισώ;
Γράψε λάθος του Ρουσσώ!

Αν δεν έγινα νοταίρος,
σ' αυτό φταίει ο Βολταίρος.
Είμαι ένα στρουθί μικρό;
Γράψε λάθος του Ρουσσώ!

Τραγουδώ χειμώνα-θέρος,
σ' αυτό φταίει ο Βολταίρος.
Φτώχεια έχω για προικιό;
Γράψε λάθος του Ρουσσώ!

Χάμω αν στρώθηκα τα υστέρου,
λάθος είναι του Βολταίρου!
Λάσπη τώρα κι' αν μασώ,
λάθος είναι του Ρουσ...







[ Β. Ουγκώ, Οι Άθλιοι, μτφρ.: Μανώλης Σκουλούδης, εκδ. Δημητράκος 1953 ]
Georg Christoph Lichtenberg 



ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ

Ενθάδε κείνται οι πατάτες και κοιμούνται προσδοκώντας ανάστασιν νεκρών.

Το έχω παρατηρήσει ευκρινέστατα: άλλη γνώμη έχω όταν είμαι ξαπλωμένος κι άλλη όταν στέκομαι ορθός. Προπαντός όταν έχω φάει λίγο κι είμαι κουρασμένος.

Ο πρόλογος θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί αλεξικέραυνο.

Τίποτε δεν δείχνει καθαρότερα τί είναι η αληθινή ελευθερία και η αληθινή της χρήση, από την κατάχρησή της.

Ο άνθρωπος αγαπά τη συντροφιά, κι ας είναι και η συντροφιά της φλόγας ενός κεριού που καπνίζει.

Τί ν' απογίνονταν οι πουτάνες στ' αρχαία τα χρόνια; Άραγε υπήρχαν και τότε θεούσες;

Ο εξάδελφος άγγελος κι ο εξάδελφος πίθηκος θα γελάσουν μαζί μας.

Μερικοί δεν ακούνε αν πρώτα δεν τους κόψεις τ' αφτιά.

Θα ξοδευόμουν ευχαρίστως προκειμένου να πληροφορηθώ ακριβώς για ποιον έγιναν όλα εκείνα, για τα οποία δημοσίως λέγεται ότι έγιναν για την πατρίδα.

Θεωρία των πτυχώσεων πάνω σ' ένα μαξιλάρι.

Είναι πασίγνωστο ότι ένα τεταρτάκι της ώρας διαρκεί περισσότερο από ένα τέταρτο.

Υπάρχει μια αληθινή και μια τυπική ορθογραφία.

Περνώντας από το νεκροταφείο είπε: Αυτοί εκεί είναι τουλάχιστον σίγουροι ότι δεν θα πάνε πια στην κρεμάλα, εμείς δεν έχουμε τέτοια σιγουριά.

Όποιος δεν έχει χάσει τίποτα μέσα στο κεφάλι του δεν μπορεί και να βρει τίποτα.

Η διασκεδαστικότερη επιφάνεια πάνω στη γη είναι για μας το ανθρώπινο πρόσωπο.

Όποτε σπάζω τζάμια το κάνω πάντα με δεκάρες.

Ο καθένας θα απορήσει που στις τελευταίες ημέρες του γερασμένου πια κόσμου εγώ κάθομαι και γράφω τέτοια πράγματα.

Όποιος έχει δύο παντελόνια, ας πουλήσει το ένα κι ας αγοράσει τούτο το βιβλίο.

- κλπ. κλπ. -

Μτφρ.: Παναγιώτης Κονδύλης        




Alfred Jarry


ΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΚΟΥΝΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΟΥΜΠΟΥ, ΔΟΚΤΟΡΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
(Gestes érotiques du Père Ubu, Maître des Phynances)

Ο κ. Ουμπού εφόρεσε το πράσινό του το σκουφί, τα κόκκινα τα ματογυάλια του.
Όπως εσειότανε μια δεξιά, μια ζερβά, παρίστανε το βαπόρι, είτε από μπρος είτε από πίσω, κι' αντίστροφα για τους δαλτωνικούς.
Όμοιος με ουρανό μετέωρο αστραπηβόλο, εμπήκε μέσα στα λουτρά.
Αυτά, τον καιρό που ήταν βασιλιάς της Ελλάδας.
Απορρίπτοντας τα ρούχα του, παρουσιάστηκε σαν ιπποπόταμος.
Και ο λουτράριος ελούστηκε τα κλάματα.



μτφρ.: Γιώργος Μαυροΐδης       



Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Θεόδωρος Μπασιάκος



AUCASSIN ET NICOLETTE MMXIII

Στην κόλαση μου πρέπει εμένα
με τους μαχαιροβγάλτες
τους γλεντζέδες
και τις σουρλουλούδες,
με τους μουσικούς
και όλα τα καλά παιδιά -
να έχω όμως κι' εσέ μαζί μου
(ω ακριβή μου φίλη!)

Χωρίς εσένα
ο παράδεισος, τί πλήξη!

Μαζί σου,
ας είναι, και στον παράδεισο έρχομαι!
(Αλλά καλύτερα στην κόλαση).

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Ωραία ιδέα!




Λοιπόν, έχω
   μια ιδέα:
Βάζω τα σπίρτα,
       βάζεις τα τσιγάρα;


                                  Πίπης 
Μίμης Φωτόπουλος


[ Από τα ΗΜΙΤΟΝΙΑ ]

ΒΡΑΔΥΑΖΕΙ...
Μα το σκοτάδι πνίγεται
μέσ' στις πολύχρωμες
τις φωτεινές ρεκλάμες
της Λώρεν
μιας οδοντόπαστας
και των κοιλεπιδέσμων.
Σκαρφαλώνω σ' ένα λόφο
και ψάχνω μ' αγωνία
στο τεράστιο εκράν τ' ουρανού
για να βρω την "Μεγάλη Άρκτο".
Στις οκτώ είχαν δώσει
ραντεβού οι ματιές μας εκεί
Κι' είναι οκτώ παρά δύο.


*

ΤΟΥΤΗ τη στιγμή
δεν υπάρχει τίποτ' άλλο.
Μόνο εσύ κι' εγώ.
Εγώ και τα μάτια σου
Τα μεγάλα τ' ατέλειωτα μάτια σου.
Εγώ κι' η κομμένη ανάσα σου.
Τίποτ' άλλο.
Και πεθαίνει ο χειμώνας
και πεθαίνουν οι πίκρες
οι αγάπες, τα μίση...
Δεν υπάρχει τίποτα
Μόνον εγώ,
εγώ και τα μάτια σου
τα μεγάλα,
τα γλυκά σαν το μέλι.

*

ΜΙΑ ΦΟΒΕΡΗ γαλήνη
έχει απλωθεί στην κάμαρά μου
απόψε...
και με τυλίγει παράξενα
Με πνίγει
το τραγούδι ενός σκύλου
καθώς σκίζει τη νύχτα
και το γάβγισμα
ενός μεθυσμένου εγγλέζου
που περνάει κάτω,
απ' το παράθυρό μου.
Στο 17 δωμάτιο του "Νικόζια"
είν' όλ' απόψε χωρίς ζωή.
Το παλτό πούναι κρεμασμένο
σ' ένα παράξενο καλόγερο
ένα πράσινο τραπεζομάντηλο
η οδοντόβουρτσα που κοιμάται
μέσα σ' ένα ποτίρι,
ο καθρέφτης κι' η καράφα
με το νερό.
Όλα τάχει σκεπάσ' η πλήξη
Μονάχα το τσιγάρο
ζει τη ζωή του
ανάμεσα στα δάχτυλά μου
που σπαράζουν.
Σε λίγο κι' αυτό θα πεθάνει.
Και καθώς θα καρφώσω
τα μάτια μου στην πόρτα
θα φανερωθεί η μορφή σου
για να ζωντανέψει λίγο
τούτη την κάμαρα
που απόψε έχει πνιγεί μέσα στους βάλτους
μιας ανείπωτης ανίας.

*

ΚΑΘΕ ΤΟΣΟ η σκέψη μου
σε άβυσσο πνίγεται
        καθώς ψάχνει να βρει
Μια λέξη
απλή
σα χαμόγελο παιδιού
μεγάλη σαν επανάσταση.
Μια λέξη
που να ζωγραφίζει
το πώς και το πόσο
η καρδιά μου
χτυπάει για σένα.


Ανδρέας Καμπάς


ΑΠΟΡΙΑ


Όταν άφησες τα καστανά μαλλιά σου
να λυθούνε ώς κάτω στους γοφούς,
όταν έγδυσες το κορμί σου
από τα περιττά
και κείνο πέταξε ουράνιο τόξο
γύρω στις ρώγες του στήθους σου
και γέμισ' άσπρα τριαντάφυλλα
όλο το κορμί σου
και το λεπτό το διάφανο το πρόσωπό σου
κ' ήρθες και στάθηκες μπροστά μου
μ' εκείνο το αφάνταστο το φως μέσα στα μάτια σου
και μ' ένα θρίαμβο για την ασύλληπτη ομορφιά σου,
λυπήθηκα μόνο,
πως δεν είχαμε καθρέφτη
μέσα στο πληχτικό δωμάτιο
για να καρφωθεί βαθιά μέσ' τον υδράργυρο
η εικόνα σου,
έστω και παροδικά,
κάπου ν' αποτυπωθεί
αυτή η ύπαρξή σου
αυτή ή προσφορά...
για νάχει μαρτυριάτικα η μνήμη μου
και πάντα να χαίρεται
πως γνώρισε
τα πιο δροσερά
τα πιο αγνά
τα πιο πλούσια
νερά του κόσμου.

Τώρα τα θυμάμαι αυτά τ' απογεύματα
τα μοναδικά.
Τα θυμάμαι κι αναρωτιέμαι
Αν, αυτά μαζί με τις νύχτες
και τα ξημερώματα,
τους κήπους και τα όνειρα,
τα μπάνια στη θάλασσα,
τις φιλοδοξίες και τις αποτυχίες,
αν θα τα πάρουμε μαζί μας

Ή αν σαν το χρώμα
θα τ' αφίσουμε πίσω μας
σ' άλλα χέρια
γι' άλλη κατάνυξη
γι' άλλο σκοπό
τέλεια ξένο με την αρχική τους σημασία.





Ο Ανδρέας Καμπάς με τη Μάτση
Χατζηλαζάρου, Αθήνα 1943.

(Η φωτογραφία, παρμένη από το λεύκωμα 
"Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina" του Χρ. Δανιήλ, εκδ. Τόπος)

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013


Wols


ΕΝΑ ΠΡΩΪ μου ήρθε άξαφνα
η ωραία ιδέα να δουλεύω
39 ώρες και 55 λεπτά τη μέρα
·
όμως, αλίμονο, το πήρα είδηση ευτυχώς
πως ήταν ακατόρθωτο.

Γιατί η σωστή δουλειά
γίνεται σε οριζόντια στάση
άμα κατέχεις το κλειδί.

Το να τρέχεις είναι χαμένος καιρός
αν και διασκεδαστικό.



                                                            Μτφρ.: Ε. Χ. Γονατάς





Γειαααά!


Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

Χριστόφορος Σάββα



[ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟΝ ΤΖΟΙΜΗΣΙΝ]

Αγαπητέ Παντελή,

μόλις επέστρεψα από το πιο ενδιαφέρον ταξίδι στη ζωή μου έπειτα από 1800 km γύρο από τη Γαλλία, από το Παρίσι στη Μασαλία, γύρω Αντίπες, Nice και Γενεύη, για να σου περιγράψω τις περιπέτειές μου θα χρειαστούν ολόκληρες σελίδες, εν συντομία είχα μαζί μου μία πατανίαν και κοιμούμουν όπου είχεν νυχτωθώ.

Μία νύχτα τζοιμήθηκα πάνω στο σανό μέσ' σ' ένα σπίτι 'νού γάλλου γεωργού τζιαι
ήρτε κατά τις τις 11 να ταΐσει τζιαι χαζίριν ήτουν να με προτσιάσει με το δικράνι, μιαν άλλην ημέραν τζοιμήθηκα μέσ' σ' ένα σπίτι που το ήβρα όφκαιρον αλλά 'πό 'ξω είσιεν ρομανίσιν τζιαι κάποιος ήρτε σαν ετζοιμούμουν τζιαι ρομάνισεν, γυρισόντα μέραν έσπασα το παναθύρι τζιαι ξέβηκα. Μια άλλην νύχτα έπεσα τζιαι το πρωί εξύπνησα μέσ' στα πιπόνια τζιαι τις παττίσιες, αλλά το πιο καλύτερον ήτο που βρήκα μέσ' στο δρόμο ένα αυτοκίνητο που κάτι έπαθε τζιαι 'φήκαν το μέσ' στον δρόμον τζιαι τζοιμήθηκα μέσα, το πρωί που ξύπνησα ήτο ξεκινησμένο με τον σιεφέρην μέσα!

Το καλύτερον όμως τζοιμήσιν το είχα στην Μασαλίαν, έπεσα μέσ' στο σταθμό τζιαι κατά τις 12 ένα αστυνομικός με ξύπνησε τζιαι 'ζήτα μου τις ταυτότητές μου, τζιαι κοίταξε σύμπτωσιν να ήταν καλαμαράς τζιαι πήρε με στο Police Station που έκοψα ένα καλόν ύπνον.



[ από επιστολή του ζωγράφου Χρ. Σάββα στον φίλο του, ποιητή Π. Μηχανικό ]





Βάσκο Πόπα


ΤΡΕΛΗ ΕΞΟΔΟΣ

Με φοβερίζουν πως μια βίδα
Μου λείπει απ' το κεφάλι

Και με φοβίζουν πάλι
Πως θα με θάψουν
Σε κάσα με τρεις βίδες

Με φοβερίζουν αλλά δεν σκαμπάζουν
Πως δίχως την τέταρτη τη βίδα
Θα είμαι εγώ αυτός που θα φοβίζει

Καυχιέται ο εύθυμος τρελός
της γειτονιάς μου.



                                                                       Μτφρ.: Λιλιάνα Ιωσήφ - Γκρούμπισιτς





Χρίστος Λάσκαρης


ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ

Τους αγαπάω τους τρελούς,
μιλούν με το φεγγάρι
·

ε
νώ εμείς κοιμόμαστε,
αυτοί κόβουν τις φλέβες τους

ή το αφτί τους τρυφερά
και το προσφέρουνε.








Oktay Rifat 


ΨΩΜΙ ΚΑΙ ΑΣΤΕΡΙΑ

Στο γόνατό μου ψωμί
Τ' αστέρια μακριά, πολύ μακριά
Τρώγω ψωμί και κοιτάζω τ' αστέρια.

Μη ρωτάτε πόσο αφαιρέθηκα.
Καμμιά φορά τα χάνω
Και τρώγω αστέρια.




                                                           Μτφρ.: Έρμος Αργαίος

Θεόδωρος Μπασιάκος


ΚΑΙ ΠΑΛΙ, ΧΑΙΡΕΤΕ!

Ο ποιητής είναι κλέφτης μαχαιροβγάλτης παλιάνθρωπος.
(Ή μας πέρασες μήπως για φιόγκους υπουργούς;)
Είναι όμως και ψυχούλα ο μάγκας. Αγαπάει τις ψιψίνες και τα άνθη. Αγαπάει τα βρέφη. Και για τους φίλους του σκίζεται. Γύρεψέ του ό,τι θες και το έχεις.
Τσιγάρο δεν ανάβει χωρίς να προσφέρει στην ομήγυρη πρώτα. Και το τελευταίο του τσιγάρο το μοιράζεται ευχαρίστως.
Λιγάκι παλαιών αρχών, σύμφωνοι, μα έτσι είναι συνήθως οι κακο-ποιοί.
Με γυναίκα να βγει και να πληρώσει η γυναίκα αποκλείεται. Ξέχασέ το. Εξόν κι' είναι άφραγκος εντελώς, διότι συμβαίνει κι' αυτό...

"Αχ, βαχ!"


Μικτή τεχνική:
φύλλο κουτσουπιάς, άσφαλτος
και  καψουρομπογιά.

Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Οσίπ Μάντελσταμ 


Η ΦΤΩΧΕΙΑ

Τη φτώχεια από καιρό αγάπησα,
Φτωχέ μου καλλιτέχνη και τη μοναξιά.
Στο καμινέτο καφέ για να φτιάχνεις

Ανάλαφρο τριπόδι σου αγόρασα.



                                                        Μτφρ.: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης





Θωμάς Γκόρπας


ΑΝΑΠΟΛΗΣΗ

Θα καταργήσω τον ουρανό θα καταργήσω τη γη
και θ' αφίσω μόνο ένα ουζερί
για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό
κ' εσύ
να περνάς απ' έξω.





Ο Γκόρπας και ο φίλος του

Βησσαρίων Σταύρακας, λευκαδίτης 
σε κάποιο κουτούκι.

Ηλίας Πετρόπουλος


ΣΤΟΝ ΛΕΩΦΟΡΟ το αυτοκίνητο
έτρεχαν αύριο σαν τρελλές,
κυνηγώντας την αυτοκτόνησή τους.
Οι φιλόλογοι απαγορεύουν τα λάθη,
επειδής μισούν την παλλόμενη έκφραση.
Στέκω μπρος στο πράσινος σπίτι.
Ψιλοβρέχει.
Πλησιάζεις κρατάς την κόκκινο ομπρέλα.
Γαμώ την γραμματική σας.





Kurt Schwitters 


ΑΝΝΑ ΜΠΛΟΥΜΕ

Ω πολυαγαπημένη των εικοσιεπτά μου αισθήσεων, εγώ
σου αγαπώ! – εσύ, συ, σεις, σου, εγώ σου, εσύ μου.
– Εμείς;
Αυτό είναι (επί τη ευκαιρία) απ' άλλο ανέκδοτο.
Ποια είσαι, απροσμέτρητο θήλυ και τσουλί; Είσαι
–- είσαι; – Λένε πως είσαι – άσ' τους
να λένε και να ξαναλένε, δεν ξέρουν πού τους πάν τα τέσσερα.
Εσύ φοράς το καπέλο σου στα πόδια, και πηγαίνεις
με τα χέρια πας πηγαίνεις με τα χέρια.
Γεια σου κοπελάρα μου, με το κόκκινό σου φόρεμα
τ' ασπροπριονισμένο.
Κόκκινα τ' αγαπώ, Άννα Ανθηρή, κόκκινη αγαπώ εσέ και σου! Εσύ,
συ, σεις, σου, εγώ σου, εσύ μου. – Εμείς;
Αυτό είναι (επί τη ευκαιρία) απ' αναμμένα κάρβουνα παγερά.
Κόκκινη άνθιση, κόκκινη Άννα Ανθηρή, τί λέει ο κόσμος;
Γρίφος: 1) Η Άννα Ανθηρή έχει ένα πουλί.
        2) Η Άννα Ανθηρή είναι κόκκινη.
        3) Τί χρώμα έχει το πουλί;
( Ο ευρών αμειφθήσεται ).
Γαλάζιο είναι το χρώμα των κίτρινων μαλλιών σου.
Κόκκινο το γουργουρητό του πράσινου πουλιού σου.
Εσύ, κορίτσι απλό σ' απλό φουστάνι, εσύ αγαπημένο
πράσινο κτήνος, σου αγαπώ! Εσύ, συ, σεις, σου,
εγώ σου, εσύ μου. – Εμείς;
Αυτό είναι (επί τη ευκαιρία) από το ντουλάπι με τις φωτιές.
Λουλούδινη Άννα Ανθηρή! Άννα, Α-Ν-Ν-Α, γαργαλώ
τ' όνομά σου. Τ' όνομά σου στάζει σαν λιωμένο ξύγκι.
Το ξέρεις, Άννα, κιόλας το ξέρεις;
Ότι κι ανάποδα μπορείς να διαβαστείς; Κι ότι κι εσύ, ω εσύ
Η πιο όμορφη απ' όλες είσαι από πίσω, όπως είσαι
κι απ' εμπρός: "Α-Ν-Ν-Α".
Τη ράχη μου χαϊδεύοντας, ξύγκι σταλάζει.
Άννα Ανθηρή, συ, κτήνος γαργαλιστικό, σου αγαπώ!



                                                                                          Μτφρ.: Ανδρέας Ρικάκης





Ο ΑΝΤΡΑΣ ΜΟΥ


Όλο τον κόσμο γύρισα, να βρω τον άντρα τον καλό
(αχ, Τσιγγάνοι! αχ, παιδιά μου!)
Πώς αγαπώ τα μαύρα του τα μάτια

Το βλέμμα του, τόσο γλυκό σαν το μαύρο σταφύλι
(αχ, Τσιγγάνοι! αχ, παιδιά μου!)
Όλοι οι άντρες πίνουνε με το ποτίρι
Ο δικός μου πίνει με το μπουκάλι, και μετά το σπάει
(αχ, Τσιγγάνοι! αχ, παιδιά μου!)



                                                                             π α ρ α δ ο σ ι α κ ό   τ σ ι γ γ ά ν ι κ ο







πίνακας του Paul Hitter

Θεόδωρος ο γκαν-γκάν



Δημήτρης Πουλικάκος


ΤΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΠΗΓΑΔΙ

Ήτανε τρεις φίλοι... ο Βρασίδας, ο Χαρίλαος κι ο Λούλης.
Τις προάλλες λοιπόν που από προχθές είχανε κανονίσει να πάνε για πικνίκ
συναντηθήκανε στο καφενείο στη γειτονιά και ξεκινήσανε χαρούμενοι
Αλλάξανε τρία λεωφορεία και φτάσανε στην ποθητή τοποθεσία
Η μέρα ήτανε ζεστή κι' ο ήλιος ψηλά

"Ααααααααααααα τί ωραία μέρα για εκδρομή!" είπε ο Βρασίδας
Ο Χαρίλαος κι ο Λούλης συμφώνησαν κουνώντας σοβαρά το κεφάλι
Κανείς δεν υποψιαζόταν την τραγωδία που θα επακολουθούσε

Γελαστοί μπήκανε στο δάσος
Οι ηλιαχτίδες διαπερνούσαν τα παχιά φυλλώματα και παιχνίδιζαν στην πάχνη
Ο Βρασίδας έκθαμβος κοιτούσε τα πουλάκια που τιτίβιζαν
Ο Χαρίλαος παρακολουθούσε με επιστημονικό ενδιαφέρον τα μυρμήγκια που μάζευαν τη σοδειά τους
Ο Λούλης χοροπηδώντας έτρεχε μπροστά μαζεύοντας μαργαρίτες και βιολέτες
Κανείς δεν υποψιαζόταν

Είχαν προχωρήσει περίπου εικοσιπέντε λεπτά
Το ξεχασμένο πηγάδι καραδοκούσε το θύμα του

Το ξεχασμένο πηγάδι καραδοκούσε το θύμα του
Ο Βρασίδας, ο Χαρίλαος κι ο Λούλης
Χαρούμενος και πηδηχτούλης ο Λούλης έπεσε μέσα στο πηγάδι
Κανείς δεν το είχε προσέξει
Με την αγωνία ζωγραφισμένη στα μέχρι εκείνη την στιγμή ανέμελα πρόσωπά τους
Ο Βρασίδας κι ο Χαρίλαος προσπάθησαν να τραβήξουν τον Λούλη απ' τα βάθη του ξεχασμένου πηγαδιού
Μάταια όμως γιατί σχοινί δεν βρήκαν πουθενά για να τον βγάλουν έξω

Παρ' όλα αυτά ο Λούλης πέθανε εξηντατεσσάρων χρονών...





Boris Vian 


ΕΧΟΥΝΕ ΟΛΑ ΕΙΠΩΘΕΙ ΕΚΑΤΟ ΦΟΡΕΣ

Έχουνε όλα ειπωθεί εκατό φορές
Και μάλιστα καλύτερ' από μένα
Αν λοιπόν γράφω στίχους
Είναι γιατί μ' αρέσει
Είναι γιατί μ' αρέσει
Είναι γιατί μ' αρέσει
Να μπαίνω στο ρουθούνι σας.



                                                        Μτφρ.: Θανάσης Θ. Νιάρχος, Αντώνης Φωστιέρης







Ομπρέλα

Θα βρέξει λεφτά, πάρτε ομπρέλα!



Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

Benjamin Péret 


ΑΠΛΑ

Με τον κώλο στον ώμο
το κεφάλι χαμηλά τα μάτια στον αγέρα
διατρέχει τον κόσμο 

και την πίπα του καπνίζει απ' την ανάποδη
Ω μέρες δίχως μισοφέγγαρο
βερνίκια τυριά χαρτοδέματα
τί κάνετε τα κατώτερα ζώα

Αυγά με λοφία μεταξένια
σπέρνουν λίμνες γαλάζιας μελάνης
οδηγούνε τη μνήμη του

Με πνεύμα ασθενές σάρκα πρόθυμη κώλο αλαφρό
πετάει με τις πεταλούδες
με την ψωλή στον αγέρα.



                                                                                             Μτφρ.: Νίκος Σταμπάκης





Andre Gill 


Η ΜΟΥΣΑ Η ΔΙΚΙΑ ΜΟΥ 
( απόσπασμα )

Τόσο το χειρότερο για μένα: είμαι πολύ καλλιτέχνης,
Πολύ πεταλούδα για να σινιάρω χαρτούρες,
Σιχαίνομαι και τις πιο καλές δουλειές

Ειδαλλιώς θα γινόμουν μπάτσος.



Francis Carco 


AINSI J' AI DANS MA BELLE PIPE...

Στην ωραία, φαρμακερή μου πίπα εφούμαρα
τις τελευταίες αναμνήσεις μου. Χαρτιά
έβαλα για προσάναμμα στη φωτιά, 

στίχους, χειρόγραφα, βιβλία με φούμαρα.

Νεκρός, θα 'μαι σαν άθλιο καταστάλαγμα
στη μνήμη φίλων, συμποσιαστών.
Μα θα 'χω λησμονήσει τα πλήθη των αστών,
τη δόξα, το χρήμα και το συνάλλαγμα.




                                                                              Μτφρ.: Κώστας Καρυωτάκης (φυσικά!)






Francis Carco,
ο πρίγκηψ των απάχηδων
της Μονμάρτρης 


"Καλογεράκι θα γινώ και ράσο θα φορέσω
Και κομπολόϊ θα βαστώ, φως μου, για να σ' αρέσω".








Emmy Hennings 


[Από τα ÄTHERGEDICHTE]

Χτυπάει η βροχή τα τζάμια.
Ένα λουλούδι κατακόκκινο ανθίζει.
Το δροσερό αεράκι με φυσάει.

Tώρα άραγε ξυπνώ ή έχω πεθάνει;

Απέραντος απλώνεται μπροστά μου ένας κόσμος.

Ένα ρολόϊ χτυπάει: 4 η ώρα
Κι' έχω χάσει κάθε αίσθηση του χρόνου.

Στην αγκαλιά σου τώρα πέφτω...